Αρχική / Επικαιρότητα / Προσωρινές οδηγίες του ΠΟΥ για την ασφάλεια και την επάρκεια αίματος κατά την πανδημία

Προσωρινές οδηγίες του ΠΟΥ για την ασφάλεια και την επάρκεια αίματος κατά την πανδημία

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, μετάδοση αναπνευστικών ιών μέσω της μετάγγισης αίματος ή παραγώγων αίματος δεν έχει ποτέ ως τώρα αναφερθεί. Ως εκ τούτου, οποιοσδήποτε δυνητικός κίνδυνος μετάδοσης μέσω μετάγγισης αίματος που συλλέγεται από ασυμπτωματικά άτομα είναι θεωρητικός. Συνεπώς, τα μέτρα που λαμβάνονται για τον μετριασμό αυτού του κινδύνου είναι προληπτικής φύσης.

Οι εναλλακτικές επιλογές περιλαμβάνουν την εκπαίδευση των αιμοδοτών, τον αυτο-αποκλεισμό ή την απόρριψη αιμοδοτών υψηλού κινδύνου, την καραντίνα παραγώγων αίματος, την ανάκληση παραγώγων αίματος με βάση την πληροφορία μετά την αιμοδοσία για εμφάνιση συμπτωμάτων στον αιμοδότη, τον εργαστηριακό έλεγχο των μονάδων αίματος και την εφαρμογή μεθόδων αδρανοποίησης:

  • Οι αιμοδότες θα πρέπει να εκπαιδεύονται σχετικά με τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα αυτο-αποκλεισμού τους στις περιπτώσεις ύπαρξης παραγόντων κινδύνου για COVID-19 ή οποιασδήποτε αδιαθεσίας. Υποψήφιοι αιμοδότες που δεν είναι καλά ή έχουν σημεία και συμπτώματα αναπνευστικής νόσου (όπως βήχα ή δύσπνοια) ή πυρετό θα πρέπει να αποκλείονται από την αιμοδοσία. Οι αιμοδότες που εμφανίσουν πυρετό ή άλλα συμπτώματα της νόσου εντός 28 ημερών από την αιμοδοσία, πρέπει άμεσα να ενημερώσουν την αντίστοιχη υπηρεσία αιμοδοσίας.
  • Άτομα που έχουν αναρρώσει πλήρως από επιβεβαιωμένη νόσο COVID-19, όσοι αποτελούν στενή επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα COVID-19 και εκείνοι που έχουν ταξιδέψει σε περιοχές με συνεχιζόμενη μετάδοση στην κοινότητα θα πρέπει να απέχουν από την αιμοδοσία για τουλάχιστον 28 ημέρες.
  • Η καραντίνα παραγώγων αίματος και η καθυστερημένη τους διάθεση, που βασίζεται στην απουσία αναφοράς εμφάνισης συμπτωμάτων της νόσου στον αιμοδότη μετά την αιμοδοσία, είναι μια επιλογή σε περίπτωση εκτεταμένης και συνεχιζόμενης μετάδοσης της νόσου.
  • Πρέπει να υπάρχει σύστημα συλλογής και αξιοποίησης πληροφορίας μετά την αιμοδοσία για τους αιμοδότες που αναφέρουν εμφάνιση συμπτωμάτων νόσου COVID-19 ή επαφή με κρούσμα που επιβεβαιώθηκε μετά την αιμοδοσία. Το αίμα και τα παράγωγα που συλλέγονται μέσα σε 14 – 28 ημέρες από την εμφάνιση της νόσου στον αιμοδότη ή μετά την έκθεσή του σε επιβεβαιωμένο κρούσμα, μπορούν να ανακληθούν προληπτικά.
  • Η εφαρμογή εργαστηριακού ελέγχου των μονάδων αίματος για τον ιό SARS-Cov-2, απουσία περιπτώσεων μετάδοσης νόσου COVID 19 μέσω μετάγγισης ή αποδεδειγμένης μολυσματικότητας του ιού στο αίμα και τα παράγωγα που συλλέγονται από ασυμπτωματικά άτομα, είναι πρόωρη.
  • Οι τεχνικές αδρανοποίησης παθογόνων (Pathogen reduction technologies -PRTs) έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές κατά των κορονοιών SARS-CoV και MERS-CoV σε μονάδες πλάσματος και αιμοπεταλίων. Επί του παρόντος, η εφαρμογή τεχνικών αδρανοποίησης για τον ιό SARS-Cov-2 δεν θα ήταν οικονομικά αποδοτική ή αναλογική και δεν συνιστάται.
  • Ως ιός με περίβλημα, ο SARS-Cov-2 είναι ευαίσθητος σε πολλά από τα στάδια που εμπλέκονται στην παρασκευή προϊόντων κλασματοποίησης πλάσματος. Επομένως, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος μετάδοσης COVID-19 μέσω αυτών των προϊόντων.
  • Θα πρέπει να εφαρμόζεται σύστημα αιμοεπαγρύπνησης για την καταγραφή πιθανών περιπτώσεων μετάδοσης COVID-19 μέσω μετάγγισης αίματος και παραγώγων αίματος. Η σημασία της αιμοεπαγρύπνησης είναι ανεκτίμητη στην κατανόηση του κινδύνου από την μετάγγιση, καθώς και στην εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων που λαμβάνονται από τις υπηρεσίες αιμοδοσίας και τις αρμόδιες αρχές.

Η απόφαση εφαρμογής των προληπτικών μέτρων πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά, σε σχέση με τον αναμενόμενο αντίκτυπο στην επάρκεια τους αίματος και στους απαιτούμενους λειτουργικούς πόρους. Τα μέτρα που εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια μιας φάσης της επιδημίας μπορεί επίσης να καταστούν μη πρακτικά ή μη βιώσιμα σε κάποια άλλη φάση.

Για παράδειγμα, μια χώρα που δεν παρουσιάζει κρούσματα εγχωρίας μετάδοσης μπορεί να επιλέξει ως προφύλαξη την απόρριψη των αιμοδοτών με πρόσφατη επιστροφή από προσβεβλημένες περιοχές. Αυτό είναι εφικτό, εάν ο αριθμός των δυνητικών αιμοδοτών που απορρίπτονται είναι χαμηλός και δεν επηρεάζει την επάρκεια αίματος.

Περιορίζοντας τον κίνδυνο έκθεσης του προσωπικού και των αιμοδοτών στον COVID-19

Οποιαδήποτε μετάδοση του COVID-19 από αιμοδότη είναι πιθανότερο να συμβεί μέσω της αναπνευστικής οδού, παρά μέσω παρεντερικών οδών (συμπεριλαμβανομένης της φλεβοτομής κατά τη διάρκεια της αιμοδότησης). Υπάρχει πιθανότητα μετάδοσης του ιού στο προσωπικό ή σε άλλους αιμοδότες, από θετικό για τον ιό αιμοδότη που είτε είναι ασυμπτωματικός, είτε έχει ήπια συμπτώματα, είτε δεν έχει εμφανίσει ακόμη συμπτωματολογία της νόσου.

Οι στρατηγικές που εφαρμόζονται προς την κατεύθυνση του περιορισμού του παραπάνω κινδύνου πρέπει να βασίζονται σε ενδείξεις και να εναρμονίζονται με τα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας που ακολουθούνται στη χώρα. Δεδομένου ότι οι εγκαταστάσεις των υπηρεσιών αιμοδοσίας δεν αποτελούν χώρους επείγουσας ιατρικής φροντίδας, προτείνεται η εφαρμογή μέτρων που εφαρμόζονται στον γενικό πληθυσμό, παρά σε υγειονομικές δομές, όπως ένα νοσοκομείο ή μια κλινική.

Οι αιμοδότες και οι εν δυνάμει αιμοδότες πρέπει να ενημερώνονται για τη σημασία τόσο του αυτό-αποκλεισμού εφόσον δεν αισθάνονται καλά, όσο και της άμεσης ενημέρωσης της υπηρεσίας αιμοδοσίας σε περίπτωση που εμφανίσουν συμπτωματολογία προσβολής από COVID-19 μέχρι και 28 ημέρες μετά την αιμοδοσία. Στην περίπτωση επιβεβαιωμένου κρούσματος μεταξύ των αιμοδοτών ή του προσωπικού του Τμήματος, πρέπει να γίνει ιχνηλάτηση και διαχείριση των επαφών τους, σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες για τη δημόσια υγεία.

Η ασφάλεια της διαδικασίας της αιμοδότησης διασφαλίζεται μέσω της τήρησης των ενδεδειγμένων μέτρων προστασίας από το προσωπικό της υπηρεσίας αιμοδοσίας. Κατά την προσπάθεια διατήρησης της κατάλληλης ροής στον ρυθμό εργασίας, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν η οργάνωση των φάσεων της διαδικασίας της αιμοδότησης κατά τρόπο που να αποτρέπεται η διασπορά μεταξύ των αιμοδοτών, μέσω και της τήρησης της μεταξύ τους απόστασης εφόσον αυτό είναι εφικτό. Η λήψη προφυλακτικών μέτρων που λαμβάνονται σε δομές όπου νοσηλεύονται ασθενείς δεν είναι απαραίτητη στις υπηρεσίες αιμοδοσίας, εκτός και αν στεγάζονται εντός των εγκαταστάσεων του νοσοκομείου ή υπάρχουν στοιχεία για την αποτελεσματικότητα αυτών των προφυλακτικών μέτρων σε δομές της κοινότητας.

Οι καθιερωμένες πρακτικές βιοασφάλειας στο εργαστήριο, οι οποίες βασίζονται στις εθνικές και τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, πρέπει να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση. Εάν στο εργαστήριο της υπηρεσίας αιμοδοσίας πραγματοποιούνται εξετάσεις προμεταγγισιακού ελέγχου, τα δείγματα από ύποπτα ή επιβεβαιωμένα κρούσματα COVID-19 πρέπει να τυγχάνουν διαχείρισης σύμφωνης με τις αντίστοιχες οδηγίες.

Το προσωπικό πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τον COVID-19 και να ενθαρρύνεται η μη προσέλευση στην εργασία εφόσον αισθάνονται άρρωστοι ή έχουν εκτεθεί σε κρούσμα της νόσου. Πρέπει να ενισχυθούν τα μέτρα αποτροπής και ελέγχου της μόλυνσης. Κατά τη φάση ευρείας διασποράς του ιού στην κοινότητα, ενδέχεται να υπάρξει ελάττωση του προσωπικού, λόγω ασθένειας. Στην περίπτωση αυτή, οι υπηρεσίες αιμοδοσίας πρέπει να λάβουν μέτρα, ώστε να μην επηρεαστούν οι βασικές δραστηριότητές τους.

Περιορίζοντας τις συνέπειες της ελαττωμένης διαθεσιμότητας αιμοδοτών

Η ελάττωση του αριθμού των αιμοδοτών πριν, κατά και μετά την έξαρση της επιδημίας COVID-19 αποτελεί μείζονα κίνδυνο για τις υπηρεσίες αιμοδοσίας. Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να βρίσκονται σε ετοιμότητα, ώστε να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της επάρκειας αίματος. Ο αριθμός των αιμοληψιών πρέπει να παρακολουθείται στενά, ώστε να προληφθεί οποιαδήποτε μείωση στην προσέλευση των αιμοδοτών ή, εναλλακτικά, να αποφασισθεί η εισαγωγή αίματος και παραγώγων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, κυρίως για τα παράγωγα με βραχύ όριο χρήσης όπως τα αιμοπετάλια, για τα οποία είναι αναγκαία η διαρκής ύπαρξη επαρκούς αποθέματος, για την υποστήριξη ασθενών που εξαρτώνται από τις μεταγγίσεις αιμοπεταλίων.

Είναι αναγκαία η προληπτική εφαρμογή μιας στρατηγικής επικοινωνίας και ενημέρωσης, ώστε να ελεγχθεί το άγχος των αιμοδοτών που πηγάζει κυρίως από την έλλειψη ενημέρωσης, την παραπληροφόρηση ή και τον φόβο ότι μπορεί να μολυνθούν κατά τη διαδικασία της αιμοδοσίας. Επίσης πρέπει να διεξάγονται διαρκώς αποτελεσματικές, δημόσιες εκστρατείες ενημέρωσης για τη σημασία διατήρησης ενός επαρκούς αποθέματος αίματος σε εθνικό επίπεδο, για την ανάγκη της προσέλευσης για αιμοδοσία και για την ασφάλεια της διαδικασίας αιμοδότησης.

Περιοριστικά μέτρα και απαγορεύσεις ίσως εμποδίσουν τη δυνατότητα αιμοδοτών να συμμετέχουν σε αιμοδοσίες ή ίσως περιορίσουν την πρόσβαση συνεργείων αιμοληψιών σε περιοχές με αυξημένο αριθμό κρουσμάτων. Προκειμένου να αντιπαρέλθουν αυτές τις δυσκολίες, οι Υπηρεσίες Αιμοδοσίας θα πρέπει να μπορούν να μετακινήσουν άμεσα τους χώρους των αιμοληψιών όπου αυτό είναι εφικτό, να παρέχουν τη δυνατότητα μεταφοράς αιμοδοτών, να εντατικοποιήσουν την προσπάθεια για αιμοδοσία κατόπιν συνεννόησης (ραντεβού) ή να προσαρμόσουν εκ νέου το ωράριο λειτουργίας τους.

Οι αιμοδοσίες μπορεί να διοργανώνονται πιο στοχευμένα, για παράδειγμα μέσω της κλήσης υγιών τακτικών εθελοντών αιμοδοτών. Οι συνήθεις πρακτικές για τη διαχείριση των αιμοδοτών και τη διεξαγωγή ελέγχου για τα λοιμώδη νοσήματα δεν πρέπει να διαφοροποιηθούν. Αυτό που ενδεχομένως μπορεί να επανεξετασθεί στην περίπτωση που υπάρχει μεγάλη έλλειψη αίματος, είναι η μείωση του διαστήματος μεταξύ δύο αιμοδοσιών σε δότες που έχουν υψηλή τιμή αιμοσφαιρίνης και μπορούν να ανεχθούν συχνότερες αιμοδοτήσεις.

Το σύστημα θα πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα επανένταξης στη δεξαμενή των αιμοδοτών όλων όσων μολύνθηκαν κι έχουν αναρρώσει. Οι περισσότεροι από αυτούς, μπορούν να αιμοδοτήσουν ξανά, 28 ημέρες μετά την πλήρη ανάρρωση. Τα παραπάνω ισχύουν και για τη συλλογή πλάσματος από τους αναρρώσσαντες, με σκοπό την αντιμετώπιση των νοσούντων από COVID-19.

Εισαγωγή αίματος και παραγώγων από περιοχές της χώρας χωρίς κρούσματα ή από άλλες χώρες χωρίς κρούσματα (εάν αυτό επιτρέπεται από τις ρυθμιστικές αρχές) είναι μια δυνητική λύση, στην περίπτωση που τα κατά τόπους αποθέματα αίματος δεν είναι επαρκή.

Συλλογή πλάσματος από αναρρώσαντες ασθενείς (convalescent plasma)

Η εμπειρία δείχνει ότι η εμπειρική χρήση πλάσματος από πλήρως αναρρώσαντες ασθενείς (convalescent plasma-CP) που έχουν αναπτύξει ανοσία μπορεί να αποτελέσει μια δυνητικά χρήσιμη θεραπεία για ασθενείς COVID-19. Πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να διεξάγεται λεπτομερής αξιολόγηση του κινδύνου, για να διασφαλιστεί ότι διατίθενται όλα τα μέσα για την ασφαλή συλλογή, επεξεργασία και αποθήκευση αυτών των συγκεκριμένων παραγώγων αίματος με ασφάλεια.

Check Also

ΣΦΕΕ – EFPIA: Καίριος ο ρόλος της ευρωπαϊκής φαρμακευτικής βιομηχανίας στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ

Καθώς οι Ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων συναντώνται στο Βέλγιο για να συζητήσουν την παγκόσμια …

Health Update
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.