Αρχική / Τελευταίες Εξελίξεις / Επιστήμη / Σωτήρης Τσιόδρας: «Τα self test, ακόμα κι αν μόνο κατά 25% γίνουν σωστά, θα έχουν σημαντικό όφελος στον έλεγχο της πανδημίας»

Σωτήρης Τσιόδρας: «Τα self test, ακόμα κι αν μόνο κατά 25% γίνουν σωστά, θα έχουν σημαντικό όφελος στον έλεγχο της πανδημίας»

Μιλώντας χθες σε εκδήλωση στην Ακαδημία Αθηνών, ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας τόνισε ότι, μετά από ένα χρόνο κορονοϊό, συνεχίζουμε να ζούμε με αρκετές αβεβαιότητες: «Μόνο βραχυπρόθεσμες εκτιμήσεις μπορούμε να κάνουμε για την πανδημία», καθώς η πορεία της εξαρτάται από πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες, αλλά και από τη συμπεριφορά μας. Μιλώντας για τον δείκτη Rt και τα μοντέλα επιδημιολογικής επιτήρησης στη χώρα, ο κ. Τσιόδρας είπε ότι «αν φτάσει στο 1,1 μπορεί να φτάσουμε και τις 1.000 κλίνες ΜΕΘ τον Μάιο» για ασθενείς COVID -19, σύμφωνα με τις προβλέψεις.

Επιπλέον, το γεγονός ότι «η πιθανότητα θανάτου σε όσους έχουν μολυνθεί δεν μπορεί να προσδιοριστεί, είναι άλλη μία αβεβαιότητα».

Όπως εξήγησε, στη χώρα μας αυτή την περίοδο προσβάλλονται από κορονοϊό περισσότερο τα άτομα 20 έως 50 ετών, δηλαδή ο πιο ενεργός πληθυσμός της χώρας. «Έχουμε κάθε μέρα 500 εισαγωγές στα νοσοκομεία. Τα νεότερα άτομα, αν και νοσούν πιο ήπια, είναι λάθος να πιστεύουν ότι είναι άμοιρα των επιπλοκών, αλλά και του θανάτου από κορονοϊό», υπογράμμισε στην ομιλία του, με τίτλο «Πανδημία SARS-CoV-2: η επιστήμη συνοδοιπόρος με την αβεβαιότητα στην αναζήτηση της αλήθειας».

Τις τελευταίες εβδομάδες, όπως είπε, οι εισαγωγές αυξήθηκαν σε σχέση με τα εξιτήρια, και αυτό δημιουργεί μεγάλη πίεση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Έχει αποδειχθεί, δε, ότι μία τοπική επιδημία μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις, «όπως έγινε την τελευταία εβδομάδα με τη Δυτική Μακεδονία, όπου υπάρχει εκθετική αύξηση 46% των νέων κρουσμάτων».

Ως προς τον αριθμό των ατόμων που μολύνει ο ιός, ο κ. Τσιόδρας ανέφερε ότι υπάρχουν μεν κάποιες αριθμητικές προσεγγίσεις, αλλά κι αυτές δεν είναι βέβαιες: «Εκτιμάται ότι οι ασυμπτωματικοί στην πανδημία είναι γύρω στο 30% και ότι είναι 75% η μεταδοτικότητα των ασυμπτωματικών, σε σχέση με τους συμπτωματικούς. Επίσης ότι 50% είναι όσοι μεταδίδουν τον ιό λίγο πριν εμφανιστούν συμπτώματα». Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν ακόμα να θεωρηθούν έγκυρα.

Στα καλά νέα ο καθηγητής ενέταξε το γεγονός ότι «υπάρχει προϋπάρχουσα κυτταρική ανοσία που επιδρά στην συνολική ανοσία του γενικού πληθυσμού έναντι στον κορονοϊό». Για τα Τ κύτταρα μέσω των οποίvn χτίζεται η κυτταρική μνήμη, είπε ότι αυτά έχουν εντοπιστεί έως και 8 μήνες μετά την αρχική νόσο στο 100% των ανθρώπων με σοβαρή νόσο, στο 87% με ήπια νόσο, στο 32% των οικογενειών που εκτέθηκαν στον κορονοϊό και στο 16% υγιών ανθρώπων που δεν ήρθαν σε επαφή με τον ιό.

«Έχουμε 95% ανοσία για τουλάχιστον πέντε μήνες, στα τρία από τα πέντε σημαντικά σκέλη της ανοσίας» σε ανθρώπους που νόσησαν, σημείωσε ο κ. Τσιόδρας, σχολιάζοντας ότι το πρώτο κύμα κατέγραψε πολύ χαμηλά ποσοστά λοίμωξης στη χώρα μας και εκτιμάται ότι για κάθε ένα κρούσμα υπήρξαν άλλα 10. Ωστόσο, «φαίνεται από μελέτες ότι η εκτιμώμενη ανοσία του πληθυσμού στην χώρα μας στα τέλη Δεκεμβρίου ήταν περίπου στο 10%».

Αναφερόμενος στις μεταλλάξεις, είπε ότι «έφεραν αύξηση της μεταδοτικότητας και της παθογονικότητας, δηλαδή της πιο σοβαρής νόσησης», ενώ φαίνεται ότι τα πιο μεταδοτικά στελέχη πιο γρήγορα οδηγούν και σε περισσότερους θανάτους, πρόσθεσε. Σημείωσε, δε, ότι η βρετανική μετάλλαξη είναι η επικρατούσα μετάλλαξη διεθνώς, αλλά και στη χώρα μας πλέον: «αυτή η μετάλλαξη είναι πίσω και από την κατάσταση που ζούμε τις τελευταίες εβδομάδες στη χώρα μας». Υπάρχει διασπορά της σε 114 χώρες και «δεν είναι μόνο 50% πιο μεταδοτική, αλλά έχει και αυξημένη πιθανότητα να προκαλεί πιο σοβαρή νόσο», πρόσθεσε. Το θετικό είναι ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο άνθρωπος επαναμολύνεται με τη μετάλλαξη αυτή, εφόσον έχει ήδη μολυνθεί από τα αρχικά στελέχη της COVID-19.

Επίσης εξήγησε ότι και τα κύτταρα μνήμης εξακολουθούν να δουλεύουν κατά των μεταλλάξεων, προσθέτοντας ότι είναι ελάχιστη η επίδραση που θα έχουν οι μεταλλάξεις στα εμβόλια, τα οποία φαίνεται να παραμένουν αποτελεσματικά.

Αποθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι, ένα χρόνο μετά την έναρξη της πανδημίας, οι επιστήμονες δεν έχουν αντιικό φάρμακο που να μπορεί να αναχαιτίσει τον ιό στο αρχικό στάδιο, σύμφωνα με τον καθηγητή.

Μιλώντας για τα εμβόλια, είπε πως «είναι η ορατή λύση για τον περιορισμό της διασποράς της πανδημίας» , προσθέτοντας ότι, παρά τις όποιες πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, το όφελός τους είναι μεγαλύτερο από τον πιθανό κίνδυνο. Σημείωσε, δε, ότι από 7 μελέτες έχει φανεί πως η πιθανότητα θρόμβωσης όταν κάποιος προσβάλλεται σοβαρά από κορονοϊό φτάνει ακόμα και το 69%, την ώρα που η θρόμβωση ως πιθανή επιπλοκή του εμβολίου της AstraZeneca είναι εξαιρετικά σπάνια.

«Τα εμβόλια δεν έχουν ζωντανό ιό, απλώς διδάσκουν την άμυνα μας πως να τον αντιμετωπίσει», τόνισε ο κ. Τσιόδρας και εξήγησε πως το μέλλον της πανδημίας θα καθοριστεί από το πώς θα εξελιχθεί ο ιός, τις παραλλαγές του, την ανοσία και τη διάρκειά της, την εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού, αλλά και την τήρηση των μέτρων προφύλαξης.

Αναφερόμενος στα self tests, ο καθηγητής είπε ότι «αν έχω συμπτώματα και είναι αρνητικό, θα πρέπει να επαναλαμβάνω τον έλεγχο». Ωστόσο υποστήριξε ότι τα self test, ακόμα κι αν μόνο σε ποσοστό 25% γίνουν σωστά, θα έχουν σημαντικό όφελος στον έλεγχο της πανδημίας.

«Ο κορονοϊός είναι εδώ για να μείνει», τουλάχιστον με τα μέχρι τώρα δεδομένα, κατέληξε ο κ. Τσιόδρας, γι’ αυτό και «παραμένει καθοριστική η χρήση της μάσκας, από την οποία ελπίζουμε κάποια στιγμή να απαλλαγούμε».

Προς επίρρωση των παραπάνω, ο καθηγητής ανέφερε το παράδειγμα της Χιλής, όπου «το 30% του πληθυσμού είχε εμβολιαστεί τουλάχιστον με μία δόση, υπήρξε άρση των μέτρων και πτώση της συμμόρφωσης, με αποτέλεσμα η χώρα να ζει τώρα ένα σφοδρό κύμα της πανδημίας».

Τα μέτρα πρέπει να συνεχιστούν και με τον εμβολιασμό, τόνισε ο καθηγητής, σημειώνοντας ότι η επιστροφή στην κανονικότητα και όχι η εξαφάνιση της επιδημίας, όπως θέλουν να πιστεύουν κάποιοι, θα γίνει σταδιακά με τον έλεγχο της επιδημίας.

Ως προς τις μακροπρόθεσμες επιπλοκές του κορονοϊού στους ανθρώπους που νόσησαν, ο κ. Τσιόδρας είπε ότι αυτή η πιθανότητα δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ακόμα, καθώς υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία στη βιβλιογραφία. Φαίνεται ότι επηρεάζει το αναπνευστικό, το καρδιαγγειακό, το νευρικό σύστημα, τα νεφρά, το δέρμα, αλλά και την ψυχή, ενώ υπάρχουν επιπτώσεις και σε εξωπνευμονικούς ιστούς, όπως η όσφρηση και γεύση. «44% των ανθρώπων που νόσησαν ανέφεραν μείωση της ποιότητας ζωής τους, 32% εξακολουθούσαν να έχουν συμπτώματα και 55% εξακολουθούσαν να έχουν πάνω από τρία συμπτώματα για αρκετό καιρό», κατέληξε.

Check Also

Ανησυχία για το μεταλλαγμένο «ινδικό στέλεχος» που σαρώνει στην περιοχή Maharashtra της Ινδίας

Η επιδημία της Covid-19 στην Ινδία τον τελευταίο μήνα δείχνει σημεία εκθετικής αύξησης, με περισσότερες …