Αρχική / Επικαιρότητα / Σπάνιες παθήσεις: Ας μιλήσουμε για τη Σαρκοείδωση

Σπάνιες παθήσεις: Ας μιλήσουμε για τη Σαρκοείδωση

Η Σαρκοείδωση, ή το Σαρκοειδές, αποτελεί νόσο στην οποία συγκεκριμένα φλεγμονώδη κύτταρα συσσωρεύονται και σχηματίζουν μικρά εξογκώματα, γνωστά και ως κοκκιώματα, σε διάφορα μέρη του σώματος. Πιο συχνά επηρεάζει τους πνεύμονες και τους λεμφαδένες στον θώρακα. Ωστόσο, μπορεί να επηρεάσει σχεδόν οποιοδήποτε μέρος του σώματος, συμπεριλαμβανομένων των ματιών, του δέρματος, της καρδιάς, του ήπατος, των νεφρών, των σιελογόνων αδένων, των μυών, της μύτης, των ιγμορείων, του εγκεφάλου και των νεύρων.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, το ανοσοποιητικό σύστημα του σώματος θεραπεύει τα κοκκιώματα μέσα σε διάστημα λίγων ετών. Ωστόσο, μερικές φορές, για λόγους που δεν είναι ακόμα κατανοητοί, αυτό δεν συμβαίνει, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται ουλώδης ιστός. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται “ίνωση” και μπορεί να επιφέρει μόνιμη βλάβη.
Σύμφωνα με τον Καθηγητή Πνευμονολογίας-Εντατικής Θεραπείας, Δρ. Θεόδωρο Ι. Βασιλακόπουλο, «η Σαρκοείδωση είναι σχετικά σπάνια και επηρεάζει περίπου 10 με 20 άτομα ανά 100.000, με τις γυναίκες να παρουσιάζουν λίγο περισσότερες πιθανότητες να διαγνωστούν με Σαρκοείδωση, από ό,τι οι άνδρες. Η πρώτη διάγνωση είναι πιο συχνή μεταξύ των ηλικιών 20 έως 40 ετών. Μπορεί, επίσης, να προσβάλει και νεότερα ή και πιο ηλικιωμένα άτομα.
Η Σαρκοείδωση φαίνεται να εμφανίζεται συχνότερα σε ορισμένες χώρες σε σχέση με κάποιες άλλες, ούσα πιο συχνή στη Σουηδία και τη Δανία. Φαίνεται, επίσης, να είναι πιο συχνή σε άτομα αφρο-καραϊβικής προέλευσης, σε σχέση με άλλες εθνοτικές ομάδες».
Είναι δύσκολο να γνωρίζουμε με σιγουριά πόσα άτομα πάσχουν από Σαρκοείδωση σε όλο τον κόσμο, καθώς πολλοί δεν γνωρίζουν ότι πάσχουν. Επιπλέον, μερικές φορές η νόσος μπορεί να μπερδευτεί με άλλες.

Τα αίτια
Κανείς δεν γνωρίζει τα ακριβή αίτια της Σαρκοείδωσης, όπως επίσης δεν είναι σαφής ο λόγος που η εν λόγω πάθηση προσβάλλει τα άτομα με διαφορετικό τρόπο.
«Φαίνεται ότι υπάρχει κάποια γενετική προδιάθεση για Σαρκοείδωση, δεδομένου ότι μπορεί να διατρέχει το οικογενειακό ιστορικό των ασθενών. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι μια μόλυνση ή κάποιος περιβαλλοντικός παράγοντας μπορεί να ενεργοποιήσει την Σαρκοείδωση σε κάποιον που έχει γενετική προδιάθεση σε αυτήν. Μέχρι σήμερα, δεν έχει εντοπιστεί με βεβαιότητα κάποια συγκεκριμένη λοίμωξη ή άλλος συγκεκριμένος παράγοντας, που ενεργεί ως έναυσμα για την εκδήλωση της ασθένειας», τονίζει ο κ. Βασιλακόπουλος.
Η πλειονότητα των ατόμων με Σαρκοείδωση παρουσιάζει βελτίωση χωρίς ειδική θεραπεία μέσα σε 12-18 μήνες και η ζωή τους καθίσταται απόλυτα φυσιολογική. Η συγκεκριμένη νόσος δεν είναι μεταδοτική.

Τα συνηθέστερα συμπτώματα
– Λαχάνιασμα και ξηρός βήχας.
– Ασθένεια τύπου γρίπης με πυρετό, κούραση και πόνο στις αρθρώσεις.
– Επώδυνα κόκκινα εξανθήματα που συνήθως εμφανίζονται στους βραχίονες ή τα πόδια.
– Ερεθισμός στα μάτια και προβλήματα όρασης.
– Πρήξιμο στους αδένες, το οποίο γίνεται αισθητό στον λαιμό ή γύρω από το πρόσωπο. 

Η διάγνωση
Η διάγνωση της Σαρκοείδωσης μπορεί να είναι δύσκολη και να χρειαστεί χρόνο, επειδή πολλά από τα συμπτώματά της μπορεί να παραπέμπουν και σε άλλες παθήσεις.
Σε μερικές περιπτώσεις, χρειάζονται δείγματα ιστού ή βιοψίες. Αυτά λαμβάνονται συνήθως από τους πνεύμονες, τους αδένες στον λαιμό ή τον θώρακα, ή από το δέρμα. Αν απαιτηθεί βιοψία, συνήθως θα είναι απλή και θα γίνεται με τοπική αναισθησία. Νοσοκομειακές εξετάσεις βοηθούν να διαπιστωθεί η σοβαρότητα της πάθησης, καθώς και το ποια μέρη του σώματος έχουν προσβληθεί.
Πολλά άτομα δεν χρειάζονται θεραπεία και θα πρέπει απλά να παρακολουθούνται τακτικά. Ο θεράπων ιατρός είναι ο αρμόδιος για να υποδείξει και τις εκάστοτε θεραπευτικές επιλογές.

Η θεραπεία
Κατά κανόνα, η συστημική θεραπεία συνιστάται όταν η Σαρκοείδωση επηρεάζει τον εγκέφαλο, την καρδιά και τη λειτουργία των πνευμόνων. «Περισσότερα από τα 3/4 των ατόμων με Σαρκοείδωση δεν χρειάζονται καμία ειδική αγωγή, επειδή τα συμπτώματά τους δεν είναι σοβαρά. Ίσως το μόνο που χρειάζεται είναι να ληφθούν μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα για την ανακούφιση γενικά από συμπτώματα, όπως οι πόνοι στις αρθρώσεις», αναφέρει ο καθηγητής. «Αν κάποια αγωγή είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση της Σαρκοείδωσης, ο στόχος της θεραπείας είναι να μειώσει τη φλεγμονή και, ως εκ τούτου, τα συμπτώματα που προκαλεί, καθώς και τις βλάβες που μπορεί να επιφέρει στα διάφορα όργανα», συμπληρώνει.
Η κύρια θεραπεία για τη Σαρκοείδωση περιλαμβάνει συνήθως δισκία κορτικοστεροειδών που λαμβάνονται από το στόμα και τα οποία συμβάλλουν στη μείωση της φλεγμονής. «Οι πιθανότητες να χρειαστεί θεραπεία με δισκία κορτικοστεροειδών είναι περισσότερες όταν η Σαρκοείδωση έχει προσβάλει το νευρικό σύστημα, την καρδιά ή τα μάτια, είτε αν διαπιστωθούν υψηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα ή σοβαρά αναπνευστικά συμπτώματα των πνευμόνων», τονίζει ο κ. Βασιλακόπουλος.
Συνήθως η θεραπεία διαρκεί μέχρι και έξι μήνες, ενώ μερικές φορές απαιτείται να είναι πιο μακρόχρονη.

Στοιχεία από: https://www.europeanlung.org/ και http://tvassilakopoulos.gr

Πηγή: Περιοδικό “Plan Be” [τ. 33, Φεβρουάριος 2019]

Check Also

Η «Σπάνια Δύναμη» της Sobi™ δύο χρόνια στην Ελλάδα

Η βιοφαρμακευτική εταιρεία εξειδικευμένης φροντίδας Sobi γιόρτασε τα δύο χρόνια παρουσίας της στην Ελλάδα, με …