Αρχική / Πρόσωπα / Πασχάλης Αποστολίδης “Οι κλινικές μελέτες αποτελούν μια μεγάλη ευκαιρία αναστροφής του brain drain”

Πασχάλης Αποστολίδης “Οι κλινικές μελέτες αποτελούν μια μεγάλη ευκαιρία αναστροφής του brain drain”

“Οι κλινικές μελέτες μπορούν να αποτελέσουν τον μοχλό ανάπτυξης της χώρας μας”. Σε αυτό το ύφος και με το σαφές μήνυμα ότι οι κλινικές μελέτες κάνουν καλό σε πολλούς τομείς και πρέπει επιτέλους να διεκδικήσουμε το μερίδιο που μας αναλογεί ως Ελλάδα, υπάρχουν δεκάδες δηλώσεις πολιτικών στελεχών, από όλες τις παρατάξεις τα τελευταία χρόνια. Ο μοχλός… τείνει να σκουριάσει, κι εμείς ακόμη δεσμευόμαστε ότι θα δώσουμε κίνητρα, θα μειώσουμε τη γραφειοκρατία, θα ξαναβάλουμε τη χώρα μας στον επενδυτικό χάρτη. Μήπως, τελικά, δεν μπορούμε; Το παράδειγμα της βιοφαρμακευτικής εταιρείας AbbVie δείχνει ξεκάθαρα ότι μπορούμε. Αρκεί να το θέλουμε, αρκεί να δουλέψουμε και, κυρίως, αρκεί να πιστεύουμε βαθιά αυτά που υποστηρίζουμε. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας και τέως πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος, κ. Πασχάλης Αποστολίδης, μας περιγράφει όσα δεν γίνονται, αλλά κυρίως αυτά που είναι σε εξέλιξη και στα οποία θα πρέπει οπωσδήποτε να δηλώσουμε “παρόντες”.

Συνεντεύξη στον Θεοδουλο παπαβασιλειου 

Κύριε Αποστολίδη, θα ήθελα να ξεκινήσουμε από τα απλά. Τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε “κλινική έρευνα”; Γιατί, πολλές φορές, κάποιες έννοιες τις θεωρούμε δεδομένες, αλλά πολύς κόσμος δεν είναι εξοικειωμένος με αυτές.
Τα απλά τις περισσότερες φορές είναι και τα πιο δύσκολα, κ. Παπαβασιλείου, και νομίζω ότι η επιτυχία ή αποτυχία να ενημερωθεί σωστά η Κοινή Γνώμη έγκειται ακριβώς στο να καταφέρουμε να απλοποιήσουμε έννοιες, οι οποίες για τους επαγγελματίες του κλάδου θεωρούνται δεδομένες.
Κλινική έρευνα, λοιπόν, είναι η ερευνητική διαδικασία που ακολουθούν οι φαρμακευτικές εταιρείες για να δημιουργήσουν νέες καινοτόμες θεραπείες για ορισμένες από τις πιο δύσκολες ασθένειες της εποχής μας. Ξεκινάμε από το εργαστήριο και, αν όλα πάνε καλά και δημιουργήσουμε ένα νέο μόριο, μια νέα δραστική ουσία που πιστεύουμε ότι έχει τις προϋποθέσεις να γίνει φαρμακευτικό προϊόν, τότε την υποβάλλουμε σε μια εξαιρετικά αυστηρή διαδικασία ελέγχων, η οποία κρατά πάνω από μία δεκαετία. Ο έλεγχος αυτός, ο έλεγχος δηλαδή της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των υπό διερεύνηση νέων φαρμάκων, είναι η διαδικασία των κλινικών μελετών που ακούτε συχνά, μια διαδικασία που διεξάγεται στις κλινικές των νοσοκομείων από διεπιστημονικές ομάδες ιατρών, νοσηλευτών, φαρμακοποιών, βιολόγων, βιοχημικών και άλλων συναφών ειδικοτήτων.

Έχουμε το προφανές όφελος από τη διεξαγωγή των κλινικών μελετών, που αφορά τη δημιουργία νέων καινοτόμων θεραπειών για σοβαρές παθήσεις, έχουμε όμως και άλλα παράλληλα οφέλη. Ποια είναι αυτά, σε γενικές γραμμές;
Οι κλινικές μελέτες, πέρα από την επίδραση στην υγεία και τη ζωή των ασθενών, έχουν ένα εξαιρετικά θετικό αποτύπωμα και στην Οικονομία. Σύμφωνα με μελέτες του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), για κάθε επιπλέον επένδυση 10 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα, υπάρχει συνολική αύξηση του ΑΕΠ κατά 22 εκατ. ευρώ, επιπλέον αύξηση των εσόδων του κράτους από φόρους και εισφορές 5,18 εκατ. ευρώ και, το πιο σημαντικό, δημιουργία 436 νέων θέσεων εργασίας.
Θέλω να τονίσω τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργεί η φαρμακευτική καινοτομία, ακριβώς επειδή πρόκειται για θέσεις υψηλού προφίλ και αμοιβών, οι οποίες έχουν τις προϋποθέσεις αφ’ ενός να κρατήσουν τους νέους επιστήμονες στη χώρα μας, αφ’ ετέρου να πείσουν όσους έφυγαν στο εξωτερικό τα χρόνια της κρίσης να επιστρέψουν και να εργαστούν στην Ελλάδα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο στοίχημα της μεταμνημονιακής εποχής, κατά τη γνώμη μου.
Η ελληνική οικογένεια επένδυσε τεράστια κεφάλαια τα προηγούμενα χρόνια στην εκπαίδευση και τώρα βλέπουμε το πιο πολύτιμο κεφάλαιο της χώρας, τη νέα γενιά, να παράγει υπεραξίες, τις οποίες καρπώνονται άλλες χώρες. Η αναστροφή, λοιπόν, του brain drain δεν θα πρέπει να είναι σύνθημα, ούτε ευχολόγιο. Πρέπει να υπάρξει ολοκληρωμένη και συνεκτική πολιτική προς αυτή την κατεύθυνση, αν θέλουμε να δούμε σύντομα αποτελέσματα.


Στο ερώτημα αν η Ελλάδα μπορεί να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις κλινικών μελετών, η απάντηση είναι ξεκάθαρα ΝΑΙ.


Υπάρχει κάποιο ρίσκο, κάποια αρνητική επίπτωση, κάποια “κρυφή ατζέντα”, όταν μια χώρα, ένα νοσηλευτικό ίδρυμα, αναλαμβάνει τη διεξαγωγή κάποιας κλινικής μελέτης;
Για πολλά χρόνια –ακόμα και σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις– υπήρχε η “σπέκουλα” ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες κάνουν τους ασθενείς πειραματόζωα στις κλινικές μελέτες. Και με λύπη μου διαπιστώνω ότι δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα μια εκστρατεία ενημέρωσης εθνικής κλίμακας από τις αρμόδιες αρχές της πολιτείας, παρότι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι σύλλογοι ασθενών, έχουν επανειλημμένα εκφράσει δημόσια όχι μόνο την ανάγκη να γίνονται περισσότερες κλινικές μελέτες στη χώρα μας, αλλά και την πρόθεσή τους να συμβάλλουν ενεργά στα πλαίσια μιας καμπάνιας ενημέρωσης των Ελλήνων πολιτών. Άρα, κ. Παπαβασιλείου, καμία κρυφή ατζέντα δεν υπάρχει.
Οι κλινικές μελέτες που διεξάγονται στη χώρα μας συμμορφώνονται απόλυτα με το κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελληνικής Πολιτείας μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ), το οποίο είναι εξαιρετικά αυστηρό. Όπως, λοιπόν, δεν είναι πειραματόζωα οι πολίτες του Βελγίου, της Γερμανίας και της Ελβετίας (χωρών που διεξάγουν τεράστιο αριθμό κλινικών μελετών), έτσι δεν είναι, ούτε πρόκειται να γίνουν, πειραματόζωα οι Έλληνες ασθενείς. Αντίθετα, θα σας έλεγα ότι το προνόμιο αμεσότερης πρόσβασης σε καινοτόμες θεραπείες υπό ανάπτυξη δεν θα πρέπει να αφορά μόνο τους πολίτες των πλέον ανεπτυγμένων Οικονομιών του κόσμου, αλλά θα πρέπει να αφορά το σύνολο των κρατών που έχουν τις απαραίτητες υποδομές και το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό.

Επομένως, με βάση όλα τα παραπάνω, όλες οι χώρες πρέπει να διεκδικούν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μερίδιο από την πίτα που επενδύεται στην έρευνα και την καινοτομία. Αλήθεια, για τι ποσό μιλάμε;
Κάθε χρόνο επενδύονται πανευρωπαϊκά περίπου 34 δισ. ευρώ από τις φαρμακευτικές εταιρείες σε έρευνα και ανάπτυξη. Από τα χρήματα αυτά, στην Ελλάδα καταλήγουν μόλις τα 42 εκατ. ευρώ, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε στην προτελευταία θέση της σχετικής κατάταξης. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ότι πεδίο δόξης λαμπρό υπάρχει, αφού δεν χρειάζεται να πειστούν οι φαρμακευτικές εταιρείες να επενδύσουν σε έρευνα και ανάπτυξη.
Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε ως χώρα είναι να πείσουμε ότι οι επενδύσεις αυτές αξίζει να γίνουν εδώ. Στην κατεύθυνση αυτή, πολιτεία, επιστημονική κοινότητα και φαρμακευτικές επιχειρήσεις οφείλουμε να συνεργαστούμε, στη βάση ενός συγκεκριμένου και σταθερού πλαισίου, ικανού να ξαναβάλει την Ελλάδα στον διεθνή επενδυτικό χάρτη. Από την πλευρά μας, έχουμε καταθέσει δημόσια τις προτάσεις μας και ευελπιστούμε ότι οι αρμόδιες αρχές θα κινητοποιηθούν ανάλογα.

Ωστόσο, και παρά τις συνεχείς πολιτικές δεσμεύσεις της τελευταίας δεκαετίας, το χαμένο έδαφος μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο. Το ερώτημα είναι απλό: μήπως, τελικά, δεν θέλουμε ή απλά δεν μπορούμε;
Δεν υπάρχει πρόβλημα στο οποίο δεν μπορούμε να δώσουμε λύση. Στο ερώτημα αν η Ελλάδα μπορεί να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις κλινικών μελετών, η απάντηση είναι ξεκάθαρα ΝΑΙ. Σκεφτείτε ότι, αν καταφέρουμε να φτάσουμε, όχι την κορυφή, αλλά τον κατά κεφαλή μέσο όρο επενδύσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε τα σημερινά 42 εκατ. ευρώ ετήσιων συνολικών επενδύσεων θα γίνουν 520 εκατ. ευρώ. Αν, τώρα, κάνετε τους πολλαπλασιασμούς με βάση τα ευρήματα του ΙΟΒΕ που σας ανέφερα προηγουμένως, θα γίνει απολύτως σαφές ότι οι κλινικές μελέτες αποτελούν μια πλήρως ανεκμετάλλευτη ευκαιρία ανάπτυξης, μείωσης της ανεργίας και αναστροφής του brain drain που μαστίζει τη χώρα μας.
Θα σας έλεγα, λοιπόν, ότι το πρόβλημα δεν είναι ούτε ότι δεν θέλουμε, ούτε ότι δεν μπορούμε. Το πρόβλημα είναι ότι τα προηγούμενα χρόνια η καινοτομία στην Ελλάδα αντιμετωπιζόταν ως πολυτέλεια και όχι ως προτεραιότητα. Αντίστοιχα, οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης αντιμετωπίζονταν ως έξοδο και όχι ως επένδυση. Αυτή η αντίληψη είναι που πρέπει να αλλάξει, αν θέλουμε η συζήτηση για την ανάπτυξη της κλινικής έρευνας στη χώρα μας να μπει στη σωστή βάση.

Η AbbVie πήγε κόντρα σε αυτό το αποεπενδυτικό κλίμα της εποχής και κατάφερε να φέρει στη χώρα μας το περιφερειακό κέντρο (Hub) Κλινικών Μελετών της εταιρείας για 12 χώρες της Νότιας Ευρώπης. Ποια η σημασία της κίνησης αυτής, τόσο για την AbbVie ειδικά, όσο και για την Ελλάδα γενικότερα;
Είναι αναμφίβολα μια μεγάλη επιτυχία για τα στελέχη της AbbVie στην Ελλάδα. Οι άνθρωποί μας απέδειξαν στην πράξη ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, αν δουλέψει κανείς μεθοδικά, με σχέδιο και επιμονή.
Το να πείσεις τα στελέχη που αποφασίζουν σε παγκόσμιο επίπεδο ότι η Ελλάδα αξίζει να βρίσκεται ψηλά στον διεθνή επενδυτικό χάρτη δεν είναι κάτι απλό, ειδικά όταν το περιβάλλον της χώρας κάθε άλλο παρά φιλικό μπορεί να χαρακτηριστεί προς τις ξένες επενδύσεις. Πλέον, όμως, τα πράγματα αλλάζουν, και η Ελλάδα για την AbbVie δεν είναι ένας ακόμα προορισμός για επενδύσεις κλινικής έρευνας, αλλά το επίκεντρο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Θα σας έλεγα, λοιπόν, ότι η βελτίωση του πλαισίου διεξαγωγής κλινικών μελετών στη χώρα μας και η παροχή ελκυστικών επενδυτικών κινήτρων μπορούν να μετατρέψουν το παράδειγμα της AbbVie, από εξαίρεση, σε κανόνα για την ελληνική αγορά.


Η ελληνική οικογένεια επένδυσε τεράστια κεφάλαια τα προηγούμενα χρόνια στην εκπαίδευση και τώρα βλέπουμε το πιο πολύτιμο κεφάλαιο της χώρας, τη νέα γενιά, να παράγει υπεραξίες, τις οποίες καρπώνονται άλλες χώρες.


Ποια η στελέχωση του τμήματος αυτού, πώς ακριβώς λειτουργεί και τι προσδοκίες έχετε για τα επόμενα χρόνια;
Το Hub κλινικών μελετών που εδρεύει στην Αθήνα αυτή τη στιγμή ηγείται μιας ομάδας 150 στελεχών σε 12 χώρες της Νότιας Ευρώπης. Από τα 41 άτομα που απασχολούμε στην Ελλάδα σ’ αυτόν τον τομέα, 15 είναι Βιολόγοι, 9 είναι Χημικοί/Βιοχημικοί, 5 είναι Ιατροί, 2 είναι Φαρμακοποιοί και 5 είναι επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων. Αντίστοιχα υψηλό είναι και το επίπεδο εκπαίδευσης, αφού 13 εξ αυτών είναι κάτοχοι διδακτορικού τίτλου, 23 έχουν σπουδές μεταπτυχιακού επιπέδου και 4 είναι απόφοιτοι πανεπιστημίου.
Αυτή τη στιγμή, η AbbVie είναι 2η σε αριθμό κλινικών μελετών στην Ελλάδα ανάμεσα στις φαρμακευτικές εταιρείες, με παρουσία στους τομείς της ανοσολογίας, της ογκολογίας, της ιολογίας και της νευρολογίας. Στόχος μας τα επόμενα χρόνια είναι να συνεχίσουμε τη διεξαγωγή κλινικών μελετών στα υψηλότερα επίπεδα ποιότητας, να μεταφέρουμε τεχνογνωσία στη χώρα μέσω των στελεχών μας και να ενισχύσουμε τις συνεργασίες μας με την ελληνική ακαδημαϊκή, ερευνητική και επιχειρηματική κοινότητα, ειδικά όσον αφορά τις start-up εταιρείες του κλάδου των βιοεπιστημών.

Πού ρίχνει το βάρος της η κλινική έρευνα τη δεδομένη περίοδο και πού πιστεύετε ότι θα εστιάσει στο άμεσο μέλλον;
Όπως αντιλαμβάνεστε, στο επίκεντρο των περισσότερων φαρμακευτικών εταιρειών που επενδύουν στην καινοτομία βρίσκεται η μάχη κατά του καρκίνου. Στην AbbVie πιστεύουμε ότι οι απαντήσεις βρίσκονται στην ανοσοθεραπεία και εκεί εστιάζουμε τις προσπάθειές μας, αξιοποιώντας την ηγετική θέση της εταιρείας μας στον κλάδο της ανοσολογίας. Στο άμεσο μέλλον, οι αλλαγές αναμένεται να κινηθούν σε δύο βασικές κατευθύνσεις: αφ’ ενός, στις προσωποποιημένες θεραπείες και την ιατρική ακριβείας, όπου κάθε ασθενής θα έχει εξατομικευμένη προσέγγιση και θεραπεία. Αφ’ ετέρου, στον συνδυασμό των βάσεων δεδομένων (big data) και της τεχνητής νοημοσύνης στο ερευνητικό σκέλος, ώστε οι ερευνητές μας να λύνουν με μεγαλύτερη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα τους γρίφους με τους οποίους βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι.
Παράλληλα, μια ακόμα τάση που εξαπλώνεται με ταχύτατους ρυθμούς είναι η αξιοποίηση των wearables (φορετή τεχνολογία) στα πλαίσια των κλινικών μελετών, ώστε, αφ’ ενός, οι ασθενείς να χρειάζεται να επισκέπτονται λιγότερο το νοσοκομείο, αφ’ ετέρου να ενισχύεται η ποιότητα των πληροφοριών που διαθέτουμε για την κατάσταση της υγείας τους.

Κλείνοντας, θα ήθελα ένα σχόλιό σας για το γεγονός ότι η AbbVie αποτελεί τη μοναδική εταιρεία στην Ελλάδα, η οποία για πέντε συνεχόμενες χρονιές βρίσκεται στην πρώτη τριάδα των εταιρειών με το καλύτερο εργασιακό περιβάλλον.
Είναι μεγάλη τιμή για εμάς αυτή η επιβράβευση. Τολμώ να πω ότι, μαζί με το βραβείο με το οποίο μας τιμούν οι ενώσεις ασθενών στην έρευνα “Patient View”, το βραβείο των “Best Workplaces” είναι αυτό που έχει την πρώτη θέση στην καρδιά μας και μας γεμίζει όλους με αυτοπεποίθηση, υπερηφάνεια, ευθύνη και δέσμευση.
Όταν σας είπα προηγουμένως, κ. Παπαβασιλείου, ότι το σημαντικότερο κεφάλαιο αυτής της χώρας είναι οι άνθρωποί της, δεν το είπα τυχαία. Στην AbbVie πιστεύουμε βαθύτατα ότι η σημαντικότερη επένδυση που μπορεί να κάνει μια εταιρεία και μια χώρα στο νέο διεθνές περιβάλλον είναι η επένδυση στους ανθρώπους της, και αυτό για εμάς θα παραμείνει απόλυτη προτεραιότητα. Στόχος μας είναι να συνεχιστούν οι εντατικές προσπάθειες από πλευράς διοίκησης της εταιρείας, ώστε να παραμείνουμε στις πρώτες θέσεις της σχετικής λίστας και τα επόμενα χρόνια.

Check Also

AbbVie: Για 5 συνεχόμενα χρόνια στην πρώτη τριάδα της έρευνας Best Workplaces

Για πέμπτη συνεχή χρονιά, η AbbVie περιλαμβάνεται από το Ινστιτούτο Great Place to Work® μεταξύ …